Reading time: ~8 minutes
By the end of this article, you will understand:
- τι ψάχνουμε στην πραγματικότητα, όταν αναζητούμε “θαυματουργές” θεραπείες,
- γιατί το αίσθημα εμπιστοσύνης, οι λέξεις που υπόσχονται πολλά και η υψηλή τιμή αλλάζουν το πώς βλέπουμε τον κίνδυνο,
- γιατί είναι τόσο δύσκολο να πεις «φτάνει» σε κάτι που δεν σε βοηθά,
- πώς μπορείς να προστατεύσεις τον εαυτό σου πριν πεις το «ναι».
Υπάρχουν ειδήσεις που τις διαβάζουμε ή τις ακούμε και κάτι μέσα μας παγώνει. Στις 9 Σεπτεμβρίου, ο δημοφιλής τραγουδιστής Γιώργος Μαζωνάκης πέθανε σε ιδιωτικό ιατρείο στο Κολωνάκι, όπου είχε προγραμματισμένη θεραπεία πλασμαφαίρεσης, και η υπόθεση ερευνάται από τις Αρχές. Η πλασμαφαίρεση, όπως μάθαμε και όλοι όσοι δεν την γνωρίζαμε, είναι μια απαιτητική ιατρική μέθοδος για σοβαρές παθήσεις, και όχι πρακτική ευεξίας.
Δεν ξέρουμε τι συνέβη σε αυτή την υπόθεση και δεν είμαι σε θέση να το κρίνω. Αυτό που οφείλω, όμως, να κάνω, ως ψυχολόγος – ψυχοθεραπευτής, είναι να σταθώ σε ένα ερώτημα που αφορά όλους μας, πριν την επίσκεψή μας σε οποιοδήποτε «λαμπερό» ιατρείο: τι συμβαίνει μέσα μας και ακούμε ως ακαταμάχητη μια υπόσχεση πλήρους «ανανέωσης» ;
Τι ψάχνουμε, στην πραγματικότητα, όταν αναζητούμε «θαυματουργές» θεραπείες;
Τις περισσότερες φορές, δεν ψάχνουμε τη νεότητα, but την εύκολη και γρήγορη ψυχική ανακούφιση. Στα χρόνια που κάθομαι απέναντι σε ανθρώπους στο θεραπευτικό δωμάτιο, σπάνια ακούω «θέλω να γίνω είκοσι χρονών». Συνήθως, ακούω «θέλω να μην ξυπνάω κουρασμένος/η/ο», «θέλω να σταματήσει αυτός ο πόνος», «θέλω να νιώσω ξανά ότι το σώμα μου είναι το σπίτι μου».
Πίσω από την αναζήτηση ενός θαύματος, υπάρχει συχνά μια πολύ ανθρώπινη ανάγκη: να κρατήσει κάποιος άλλος, έστω για λίγο, αυτό που δεν αντέχουμε πια να κουβαλάμε μόνοι/ες. Και όταν αυτή η ανάγκη δεν ικανοποιείται, εμπιστευόμαστε εύκολα όποιον μας υποσχεθεί ότι θα την ακούσει. Αυτό είναι το πρώτο που θέλω να κρατήσεις. Η απίθανη και συχνά επικίνδυνη ελπίδα δεν απευθύνεται στην άγνοιά μας. Απευθύνεται στο επείγον αίσθημα της ψυχολογικής κούρασής μας.
Γιατί εμπιστευόμαστε τόσο εύκολα όποιον μοιάζει να ξέρει;
Γιατί, όταν πονάμε, η βεβαιότητα του άλλου ότι μπορεί να μας θεραπεύσει, μάς ηρεμεί. Ο λευκός χώρος, οι τίτλοι στον τοίχο, τα εντυπωσιακά μηχανήματα λειτουργούν σαν μια σιωπηλή διαβεβαίωση: «εδώ ξέρουν τι κάνουν». Ο κοινωνικός ψυχολόγος και συγγραφέας Robert Cialdini περιγράφει πόσο εύκολα αντιδρούμε στα σύμβολα της αυθεντίας αντί για την ουσία της. Όταν δεν είμαστε ειδικοί, κρίνουμε με βάση ό,τι βλέπουμε. Και αυτό που βλέπουμε συνήθως είναι το σκηνικό, ούτε το πρωτόκολλο ούτε τις ικανότητες.
Υπάρχει και κάτι πιο λεπτό στην ψυχολογία μας. Όταν κάτι μάς εντυπωσιάζει σε ένα σημείο, του αποδίδουμε αυτόματα αξία και σε άλλα, το λεγόμενο φαινόμενο του φωτοστεφάνου. Έτσι, μια μέθοδος που έχει αξία σε συγκεκριμένες παθήσεις μπορεί να «δανείσει» το κύρος της και σε άλλες υποσχέσεις που δεν έχουν αποδειχθεί ποτέ.
Από τη συστημική ματιά με την οποία δουλεύω, αυτό έχει μεγάλη σημασία: καμία απόφαση δεν παίρνεται στο κενό. Σχεδόν πάντα υπάρχει μια σχέση πίσω της, ένας φίλος που «το έκανε και είδε διαφορά», ένας άνθρωπος που εμπιστευόμαστε. Όταν δεν είμαστε σίγουροι/ες, κοιτάζουμε τι κάνουν οι άλλοι. Και η εμπιστοσύνη μας στον άνθρωπο περνά, χωρίς να το καταλάβουμε, στη μέθοδο που προτείνει. Αν μάλιστα αυτή η μέθοδος παρουσιάζεται και ως κάτι «αποκλειστικό», που δεν το κάνουν όλοι, μοιάζει ακόμα πιο πολύτιμη, αφού ό,τι είναι σπάνιο το θέλουμε ακόμα περισσότερο.
Πώς οι λέξεις και η υψηλή τιμή αλλάζουν αυτό που νιώθουμε;
Οι λέξεις δεν περιγράφουν απλώς την πραγματικότητα. Της δίνουν σχήμα. Η ίδια πληροφορία, ειπωμένη διαφορετικά, μας οδηγεί σε διαφορετικές αποφάσεις. Όταν ακούμε «δυο ωρίτσες», «καθαρίζουμε το αίμα», «τίποτα σοβαρό», κάτι μέσα μας χαλαρώνει. Οι απαλές λέξεις δεν μικραίνουν τον κίνδυνο. μικραίνουν τις ερωτήσεις που τολμάμε να κάνουμε.
Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με την υψηλή τιμή. Θα περίμενε κανείς ότι ένα πολύ υψηλό ποσό θα μας έκανε πιο επιφυλακτικούς/ές. Συχνά, όμως, συμβαίνει το αντίθετο: «αφού κοστίζει τόσο, κάτι θα κάνει». Σε μια γνωστή έρευνα, εθελοντές πήραν το ίδιο εικονικό χάπι, χωρίς καμία δραστική ουσία. Όσοι πίστευαν ότι ήταν ακριβό ανέφεραν συχνότερα ότι ο πόνος τους μειώθηκε (Waber et al., 2008). Το χάπι ήταν ίδιο. Η υψηλή τιμή, όμως, άλλαζε τον βαθμό ελπίδας που του δίναμε.
Γιατί ο κίνδυνος μοιάζει μικρότερος, όταν η ελπίδα είναι μεγάλη;
Because η καρδιά μας ζυγίζει τα δεδομένα πριν από το μυαλό μας. Όταν κάτι μάς γεμίζει προσμονή, το κρίνουμε ταυτόχρονα ως πιο ωφέλιμο και λιγότερο επικίνδυνο. Όσο πιο έντονα φανταζόμαστε κι ελπίζουμε το ξαλάφρωμα, τόσο πιο μακρινό και απίθανο μας φαίνεται το ρίσκο.
Επιπλέον, οι περισσότεροι από εμάς πιστεύουμε, κατά βάθος, ότι το κακό συμβαίνει πάντα κάπου αλλού, σε κάποιον άλλον. Και όταν θέλουμε πολύ κάτι να είναι αληθινό, δίνουμε βάση σε ό,τι το επιβεβαιώνει και προσπερνάμε εύκολα ό,τι το αμφισβητεί .
Τίποτα από αυτά δεν είναι αφέλεια. Είναι ο τρόπος που δουλεύει ένα κουρασμένο μυαλό που ψάχνει φως. Γι’ αυτό, ούτε τα χρήματα ούτε η μόρφωση μάς προστατεύουν. Η χρήση εναλλακτικών θεραπειών έχει βρεθεί συχνότερη σε ανθρώπους με υψηλότερη μόρφωση και εισόδημα. Οι πόροι μάς δίνουν πρόσβαση, αλλά δεν μας κάνουν λιγότερο ευάλωτους.

Γιατί είναι τόσο δύσκολο να πεις «φτάνει»;
Γιατί το να σταματήσεις κάτι, σημαίνει να παραδεχτείς μια είδους απώλεια: χρόνου, χρημάτων, ελπίδας. Όσο περισσότερα έχουμε ήδη δώσει σε αυτό, τόσο πιο δύσκολα το αφήνουμε, ακόμα κι όταν δεν μας βοηθά. Η σκέψη «έδωσα τόσα για κάτι που δεν δουλεύει» πονάει. Το μυαλό, λοιπόν, για να μην πονέσει, βρίσκει εξηγήσεις που μας κρατούν ήρεμους .
Εδώ αξίζει να προσέξεις κάτι. Αν κάθε φορά που δεν νιώθεις καλύτερα, ακούς «χρειάζεσαι κι άλλο», «είναι οι τοξίνες», «η αρνητικότητά σου μπλοκάρει το αποτέλεσμα», τότε αυτό που ακούς είναι πως δεν φταίει ποτέ η ίδια η μέθοδος, αλλά εσύ. Γι’ αυτό, τελικά μένεις όχι μόνο με το αρχικό βάρος, αλλά και με την προστιθέμενη αμφιβολία για τον εαυτό σου.
In our therapeutic team at Reconnect Therapy πιστεύουμε σε μια άλλη μοιρασιά της ευθύνης. Ο επαγγελματίας αναλαμβάνει την ευθύνη για τη διαδικασία: τι προτείνει, γιατί, και τι κινήσεις θα κάνει, αν κάτι δεν πάει καλά. Εσύ, σιγά σιγά και με τον δικό σου ρυθμό, αναλαμβάνεις την ευθύνη για τα δικά σου συναισθήματα, σκέψεις κι επιλογές. Αυτή η ευθύνη δεν είναι ενοχή. Είναι το σημείο όπου νιώθεις τη δύναμή σου να επιστρέφει σε σένα.
Πώς μπορείς να προστατεύσεις τον εαυτό σου πριν πεις το «ναι»;
Με λίγες απλές ερωτήσεις, που δεν είναι δυσπιστία αλλά αυτοφροντίδα.
Ρώτα για το δύσκολο σενάριο. «Ποια είναι η πιο πιθανή σοβαρή επιπλοκή, και τι θα κάνουμε αν συμβεί;» Ένας άνθρωπος που σε σέβεται θα σου μιλήσει ανοιχτά και για το ρίσκο, όχι μόνο για το αποτέλεσμα.
Δώσε στον εαυτό σου μια δεύτερη ματιά. Ζήτα γραπτώς το όνομα της πράξης και τον λόγο που σου προτείνεται, και μίλησε με έναν ακόμα ειδικό. Δεν είναι προσβολή. Είναι αυτοφροντίδα.
Βάλε ένα όριο από πριν. «Θα δοκιμάσω μέχρι εδώ, και μετά θα κάνουμε μαζί μια αποτίμηση». Ένα όριο που βάζεις όταν είσαι ήρεμος/η/ο σε προστατεύει, όταν η ελπίδα επιμένει να συνεχίσεις.
Και μια ερώτηση μόνο για σένα: «Τι θα ρωτούσα ακόμα, αν δεν ήμουν τόσο κουρασμένος/η/ο;»
Η πραγματική φροντίδα, σωματική και ψυχική, σπάνια έχει «πριν και μετά». Χτίζεται αργά, μέσα από ουσιαστικές σχέσεις και μέσα από συνήθειες όπως καλό ύπνο και άσκηση καθώς και αρκετή υπομονή. Όλα αυτά δεν έχουν τη λάμψη του θαύματος, έχουν όμως κάτι που το θαύμα δεν δίνει: διάρκεια. Γι’ αυτό, και στην ψυχοθεραπεία, η ερώτηση «πόσος χρόνος θα χρειαστεί;» μπορεί να σαμποτάρει την ίδια σου την πρόοδο.
In short
Όταν αναζητούμε ένα θαύμα, συνήθως ψάχνουμε ψυχική ανακούφιση και κάποιον να μοιραστεί το βάρος μας. Η εμπιστοσύνη στην αυθεντία, οι απαλές λέξεις, η υψηλή τιμή και η ελπίδα μπορούν να κάνουν τον κίνδυνο να μοιάζει μικρότερος απ’ ό,τι είναι. Αυτό δεν είναι αφέλεια, είναι κάτι ανθρώπινο. Γι’ αυτό, το να ρωτάς, να διασταυρώνεις και να βάζεις όρια δεν είναι δυσπιστία. Είναι ένας τρόπος να σέβεσαι τον εαυτό σου.
Frequently asked questions
Γιατί άνθρωποι μορφωμένοι και με οικονομική άνεση πιστεύουν σε θαυματουργές θεραπείες;
Γιατί αυτό που μας κάνει ευάλωτους/ες δεν είναι η έλλειψη γνώσης αλλά η άμεση ανάγκη για ψυχική ανακούφιση. Και αυτή δεν κάνει διακρίσεις σε μορφωτικά και οικονομικά στρώματα.
Γιατί μια ακριβή θεραπεία μοιάζει πιο αποτελεσματική;
Γιατί η υψηλή τιμή γεννά προσδοκίες, και οι προσδοκίες επηρεάζουν ακόμα και το πώς βιώνουμε τον πόνο. Δεν αποδεικνύει, όμως, πως κάτι είναι ασφαλές ή ότι βοηθά.
Θα προσβάλω τον γιατρό μου αν ζητήσω δεύτερη γνώμη;
Η δεύτερη γνώμη είναι μια καθιερωμένη πρακτική. Ένας επαγγελματίας που νιώθει σιγουριά για την πρότασή του συνήθως τη στηρίζει.
Πώς μπορεί να βοηθήσει η ψυχοθεραπεία;
Όταν περνάμε από τη μία υπόσχεση στην άλλη, από κάτω υπάρχει συχνά κούραση, φόβος ή μοναξιά που δεν έχει βρει χώρο να ακουστεί. Η ψυχοθεραπεία δεν αντικαθιστά την ιατρική φροντίδα. Μπορεί, όμως, να δώσει φωνή σε ό,τι η βιασύνη σκεπάζει.
Αν κάτι από όσα διάβασες σε άγγιξε, δεν χρειάζεται να το κουβαλάς μόνος/η/ο. Επικοινώνησε με την ομάδα μας here για να δούμε μαζί πώς μπορούμε να το ελαφρύνουμε.
Διάβασε επίσης:
Mental health on social media: what to watch out for when TikTok diagnoses you in a flash

I would love to read your message… I make sure to read all messages and reply to as many as I can.
The article is based on the science of psychology and the clinical experience of psychotherapists. It has a psychoeducational character and does not replace psychotherapy, medical or psychiatric evaluation, nor can it cover the uniqueness of every relationship and every lived experience. If you are experiencing intense mental distress, dysregulation, violence, coercion or the feeling that you are not a safe person within your relationship, it is important to seek personalised professional support.
Artificial intelligence may be used supportively in the process of researching, organising and cross-referencing contemporary literature. However, the final text, ideas, clinical judgement, language and responsibility for publication belong to us. Every article is written and edited with human thought, clinical experience and respect for the person reading it.
Written by: Filippos Gkekas, Psychologist Psychotherapist, creator of ReConnect Therapy alongside the scientific team of ReConnect Therapy.
References
Arkes, H. R., & Blumer, C. (1985). The psychology of sunk cost. Organizational Behavior and Human Decision Processes, 35(1), 124–140.
Cialdini, R. B. (2021). Influence, new and expanded: The psychology of persuasion. Harper Business.
Eisenberg, D. M., Davis, R. B., Ettner, S. L., Appel, S., Wilkey, S., Van Rompay, M., & Kessler, R. C. (1998). Trends in alternative medicine use in the United States, 1990–1997. JAMA, 280(18), 1569–1575.
Festinger, L. (1957). A theory of cognitive dissonance. Stanford University Press.
Finucane, M. L., Alhakami, A., Slovic, P., & Johnson, S. M. (2000). The affect heuristic in judgments of risks and benefits. Journal of Behavioral Decision Making, 13(1), 1–17.
Kunda, Z. (1990). The case for motivated reasoning. Psychological Bulletin, 108(3), 480–498.
Nisbett, R. E., & Wilson, T. D. (1977). The halo effect: Evidence for unconscious alteration of judgments. Journal of Personality and Social Psychology, 35(4), 250–256.
Thorndike, E. L. (1920). A constant error in psychological ratings. Journal of Applied Psychology, 4(1), 25–29.
Tversky, A., & Kahneman, D. (1981). The framing of decisions and the psychology of choice. Science, 211(4481), 453–458.
Waber, R. L., Shiv, B., Carmon, Z., & Ariely, D. (2008). Commercial features of placebo and therapeutic efficacy. JAMA, 299(9), 1016–1017.
Weinstein, N. D. (1980). Unrealistic optimism about future life events. Journal of Personality and Social Psychology, 39(5), 806–820.
Worchel, S., Lee, J., & Adewole, A. (1975). Effects of supply and demand on ratings of object value. Journal of Personality and Social Psychology, 32(5), 906–914.
