Χρόνος ανάγνωσης: ~8 λεπτά
Μέχρι το τέλος αυτού του άρθρου, θα έχεις καταλάβει:
- γιατί δεν υπάρχει προδιαγεγραμμένη διάρκεια της ψυχοθεραπείας,
- γιατί νιώθεις καλύτερα πολύ πριν αλλάξεις πραγματικά,
- γιατί μερικές φορές μοιάζει σαν να κάνεις πισωγύρισμα,
- και πώς μοιάζει μια ολοκλήρωση, που δεν σε αφήνει στη μέση του δρόμου.
Σχεδόν σε κάθε πρώτη συνάντηση, κάποια στιγμή, ακούω την ίδια ερώτηση:
“Πόσο χρόνο θα χρειαστώ για να θεραπευτώ; μπορώ να θεραπευτώ γρήγορα;”
Είναι εύλογο να έχεις αυτή την απορία. Θέλεις να ξέρεις τι δεσμεύεσαι να κάνεις. Η ειλικρινής απάντηση είναι ότι δεν μπορεί να δοθεί με ακρίβεια το χρονικό διάστημα από την πρώτη κιόλας συνεδρία, ίσως ούτε και από τη δέκατη. Όχι γιατί υπάρχει πρόθεση να μείνει κάτι κρυφό, αλλά γιατί η διάρκεια εξαρτάται από πράγματα που ούτε εσύ ξέρεις ακόμα.
Γιατί κανείς δεν μπορεί να σου πει από την αρχή τη διάρκεια της ψυχοθεραπείας σου;
Επειδή εξαρτάται από πολλούς παράγοντες: το αίτημα με το οποίο ήρθες, τους στόχους που θα τεθούν, τα βιώματα που θα ανοίξουν στην πορεία, τη συναισθηματική σου ανθεκτικότητα, τη σταθερότητα της θεραπευτικής σχέσης, και το πιο καθοριστικό, το βάθος της αλλαγής που πραγματικά αναζητάς.
Μερικοί μήνες συνήθως αρκούν για να χτιστεί μια ασφαλής σχέση εμπιστοσύνης και να αρχίσουν να κινούνται πράγματα σε επίπεδο συμπεριφορών και δυσλειτουργικών ρόλων. Για βαθύτερες, πιο πυρηνικές αλλαγές, αυτές δηλαδή που αγγίζουν το «ποιος είμαι», «πού πηγαίνω», το «γιατί», συνήθως χρειάζεται πολύ περισσότερος χρόνος.
Γιατί νιώθω καλύτερα γρήγορα, αλλά η «πραγματική» δουλειά αργεί;
Επειδή βελτίωση και αλλαγή δεν είναι το ίδιο πράγμα, και δεν έρχονται με τον ίδιο ρυθμό.
Μια από τις πιο σταθερές διαπιστώσεις της έρευνας γύρω από την ψυχοθεραπεία είναι ότι η σχέση συνεδριών-αποτελέσματος δεν είναι μια ευθεία γραμμή. Οι περισσότερες αλλαγές συμβαίνουν νωρίς, κάποιοι μάλιστα νιώθουν ανακούφιση ήδη από τις πρώτες συνεδρίες, αλλά η ταχύτητα αυτή μειώνεται όσο προχωράει η θεραπεία, ενώ η δουλειά γίνεται βαθύτερη.
Υπάρχει μάλιστα κάτι ενδιαφέρον: συχνά νιώθεις καλύτερα πολύ πριν φανεί αυτό καθαρά σε ό,τι θα ονομάζαμε «κλινική εικόνα». Το σώμα και το συναίσθημα προηγούνται. Κάθε συναίσθημα κι ένα μήνυμα. Η βαθύτερη αναδιάρθρωση ακολουθεί με τον δικό της, πιο αργό ρυθμό. Γι’ αυτό, όσο ανακουφιστικό κι αν είναι να νιώθεις γρήγορα καλά, δεν σημαίνει απαραίτητα πως η θεραπεία έχει ολοκληρωθεί .
Γιατί μερικές φορές νιώθω ότι «γυρίζω πίσω»;
Γιατί η θεραπεία δεν προχωράει σε ευθεία γραμμή, αλλά σπειροειδώς.
Ας φανταστούμε μια σύνθετη περίπτωση, που δεν αντιστοιχεί σε πραγματικό πρόσωπο. Κάποιο άτομο έχει δουλέψει μήνες πάνω στο πώς σχετίζεται με τους άλλους, νιώθει πως έχει προχωρήσει, και ξαφνικά, σε μια δύσκολη εβδομάδα, ξαναβρίσκεται να αντιδρά όπως παλιά: απόσυρση, ενοχή, ο ίδιος παλιός φόβος. Το πρώτο συναίσθημα είναι απογοήτευση: «Δεν άλλαξε τίποτα τελικά;» Στη συνεδρία, όμως, φαίνεται κάτι διαφορετικό: το ίδιο μοτίβο εμφανίζεται, αλλά αυτή τη φορά το αναγνωρίζει πιο γρήγορα, το ονοματίζει, δεν μένει κολλημένο μέσα του όσο πριν. Δεν είναι επιστροφή στην αρχή. Είναι το ίδιο σημείο, σε βαθύτερο επίπεδο.
Αυτό δεν είναι σύμπτωση ή εξαίρεση, αλλά το πώς μοιάζει η αλλαγή στην πράξη. Η ίδια η θεραπευτική διαδικασία, όπως τη σκεφτόμαστε στο ReConnect Therapy, περιλαμβάνει τρεις σταθμούς (τη σχέση με τον εαυτό, τη σχέση με τους άλλους, τη σχέση με το σύνολο της ζωής), και αυτοί οι σταθμοί δεν είναι γραμμικοί. Αλληλεπικαλύπτονται συνεχώς, δηλαδή ξαναεπισκέπτεσαι τον ίδιο σταθμό αρκετές φορές, αλλά κάθε φορά λίγο πιο βαθιά. Σαν μια σπείρα που ανεβαίνει, όχι σαν κύκλο που επαναλαμβάνεται στο ίδιο ύψος. Κι αυτό δεν είναι απλώς μια εικόνα. Αντιστοιχεί σε κάτι που έχει τεκμηριωθεί ξανά και ξανά στην έρευνα για το πώς αλλάζουν πραγματικά οι άνθρωποι: η αλλαγή προχωράει σπειροειδώς, όχι ευθύγραμμα, και οι «υποτροπές» συνήθως δεν σε γυρίζουν στην αρχή. Σε αφήνουν λίγο πιο μπροστά απ’ όπου ήσουν την προηγούμενη φορά .
Τουλάχιστον, μπορώ να ξέρω αν θα διαρκέσει μήνες ή χρόνια;
Ναι, αλλά σαν ένα πλαίσιο προσανατολισμού, όχι σαν κανόνα που πρέπει να χωρέσεις μέσα του.
Ένα συγκεκριμένο, οριοθετημένο αίτημα για μία κρίση ή ένα σαφές ζήτημα που αντιμετωπίζεις, συνήθως χρειάζεται λίγους μήνες έως περίπου έναν χρόνο. Μια πιο ουσιαστική επεξεργασία, που χτίζει πραγματική ψυχική ανθεκτικότητα, κινείται συνήθως σε ορίζοντα δύο-τριών ετών. Και μια βαθύτερη, πιο ολιστική δουλειά, αυτή που αγγίζει ταυτότητα, νόημα, τον τρόπο που σχετίζεσαι με ολόκληρη τη ζωή σου, μπορεί να απλωθεί σ’ ένα πολύ μεγαλύτερο διάστημα. Αυτά δεν είναι προδιαγραφές. Είναι απλώς ένας χάρτης, ώστε να μην μπαίνεις στη διαδικασία χωρίς κανένα πλαίσιο.

Πότε θα ξέρω πως μπορώ να σταματήσω;
Σίγουρα δεν συστήνεται να σταματήσεις απότομα, σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο. Η ολοκλήρωση είναι μέρος της θεραπείας, όχι το τέλος της.
Έχεις βέβαια πάντα το δικαίωμα να σταματήσεις, όποτε το θελήσεις. Υπάρχει, όμως, διαφορά ανάμεσα στο να «διακόψεις» μια θεραπεία και στο να την ολοκληρώσεις. Είναι θεραπευτικά πολύτιμο να υπάρχουν τουλάχιστον δύο συνεδρίες αφιερωμένες αποκλειστικά σε αυτό: να δούμε μαζί την πορεία, να αξιολογήσουμε αν καλύφθηκαν τα αιτήματα με τα οποία ξεκίνησες, και να τεθούν, εφόσον χρειάζεται, καινούριοι στόχοι για το μέλλον. Αυτό δεν είναι μια τυπική διαδικασία της θεραπείας, αλλά το πιο τεκμηριωμένο κομμάτι της.
Όταν έμπειροι θεραπευτές από εντελώς διαφορετικές σχολές σκέψης, όπως ψυχαναλυτές, γνωσιακοί, ανθρωπιστικοί, συστημικοί, μελέτησαν ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος για να ολοκληρώνονται οι θεραπείες βρέθηκε εντυπωσιακή συμφωνία γύρω από συγκεκριμένες πρακτικές: ανασκόπηση της πορείας, απόδοση της προόδου στον ίδιο τον θεραπευόμενο, χώρος για το συναίσθημα του αποχωρισμού, στήριξη για ό,τι έρχεται μετά. Το τέλος, με άλλα λόγια, αξίζει την ίδια φροντίδα με την αρχή.
Άρα, τι μπορώ να ξέρω από την αρχή της θεραπείας μου;
Όποτε το αποφασίσεις, τη δική σου μοναδική διαδρομή, χωρίς να ξέρεις πόσο θα διαρκέσει ή σε πόσους σταθμούς θα θελήσεις να σταθείς.
Αυτό, όμως, που θα ξέρεις και θα μένει σταθερό, από την αρχή έως την ολοκλήρωση, θα είναι η ίδια η θεραπευτική σχέση: κάποιος θα είναι δίπλα σου, θα κρατάει την ευθύνη της διαδικασίας, και θα σε συνοδεύει όσο διαρκέσει το κομμάτι του ταξιδιού, που θέλεις να κάνεις μαζί του.
Με λίγα λόγια
Η διάρκεια της θεραπείας δεν ορίζεται εξαρχής, γιατί εξαρτάται από πολλούς παράγοντες και κυρίως από το βάθος της αλλαγής που αναζητάς. Νιώθεις καλύτερα γρήγορα, αλλά η βαθύτερη δουλειά προχωράει πιο αργά και σπειροειδώς. Σε κάθε περίπτωση, οι «υποτροπές» σε αφήνουν πιο μπροστά, όχι πίσω. Και το τέλος, όταν έρθει, αξίζει τη δική του φροντίδα, όχι μια απότομη διακοπή.
Συχνές ερωτήσεις
Πόσο διαρκεί μια συνεδρία; Συνήθως 50 λεπτά για ατομική θεραπεία, και 50-90 λεπτά για ζευγάρια/οικογένειες.
Πόσο συχνά πρέπει να πηγαίνω; Συνήθως μία φορά την εβδομάδα. Μπορεί να αυξηθεί σε περιόδους κρίσης, ποτέ όμως κάτω από 2 φορές τον μήνα.
Πώς θα καταλάβω, αν η θεραπεία δεν «δουλεύει»; Αν μετά από αρκετούς μήνες δεν νιώθεις καμία αλλαγή, είναι καλό να το συζητήσεις ανοιχτά με τον θεραπευτή σου. Να ξέρεις πως κι αυτό αποτελεί μέρος της διαδικασίας, όχι αποτυχία σου.
Τι γίνεται αν σταματήσω και μετά θέλω να ξαναρχίσω; Είναι απόλυτα φυσιολογικό. Είναι κι αυτό μέρος του ταξιδιού.
Ψυχοθεραπεία και συμβουλευτική είναι το ίδιο πράγμα; Όχι. Η συμβουλευτική εστιάζει συνήθως σε πιο συγκεκριμένα, βραχυπρόθεσμα ζητήματα, ενώ η ψυχοθεραπεία πάει βαθύτερα.
Αν σκέφτεσαι την ψυχοθεραπεία, αλλά θες να κάνεις κι άλλες ερωτήσεις, πριν ξεκινήσεις το ταξίδι σου, επικοινώνησε μαζί μας εδώ.
Δες επίσης
- Ομαδική ή ατομική ψυχοθεραπεία
- Δεν φταις μόνο εσύ – Συστημική θεραπεία
- Κόστος θεραπείας

Βιβλιογραφία
Howard, K. I., Kopta, S. M., Krause, M. S., & Orlinsky, D. E. (1986). The dose–effect relationship in psychotherapy. American Psychologist, 41(2), 159–164.
Norcross, J. C., Zimmerman, B. E., Greenberg, R. P., & Swift, J. K. (2017). Do all therapists do that when saying goodbye? A study of commonalities in termination behaviors. Psychotherapy, 54(1), 66–75.
Prochaska, J. O., DiClemente, C. C., & Norcross, J. C. (1992). In search of how people change: Applications to addictive behaviors. American Psychologist, 47(9), 1102–1114.
